Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Yπεράσπιση της Κυριακής Αργίας

Προχτές ήταν η τελευταία Κυριακή του 2014 που όλα τα εμπορικά καταστήματα μπορούσαν να είναι ανοιχτά, σύμφωνα με το νόμο 4177/2013. Ο νόμος προβλέπει τη λειτουργία των καταστημάτων επτά Κυριακές το χρόνο σε όλη τη χώρα.

Την ίδια ώρα, έχει ανοίξει στα γεμάτα η συζήτηση για κυριακάτικη λειτουργία σε άλλους κλάδους, όπως οι τράπεζες και κάποιες υπηρεσίες του Δημοσίου.


Η εφαρμογή του μέτρου από τον περασμένο Νοέμβρη επιβεβαίωσε αυτό που από την πρώτη στιγμή κατήγγειλαν οι εμποροϋπάλληλοι, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μικροί ΕΒΕ, ανατρέποντας όλη την κυβερνητική επιχειρηματολογία. Η λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές δεν πρόκειται να αυξήσει τον τζίρο ή να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας. Πολύ περισσότερο, δεν πρόκειται να αυξήσει το εισόδημα των εργαζομένων και των μικρεμπόρων.

Ακόμα και η ΕΣΕΕ, που δε διαφωνεί με την ουσία του μέτρου, αλλά ζητάει «διάλογο» με την κυβέρνηση και «στοχευμένη» εφαρμογή του, αναγκάζεται σήμερα να ομολογήσει ότι το εννιάμηνο που πέρασε ο τζίρος στο Εμπόριο μειώθηκε κατά επιπλέον 2,2% και κατά 4,3% οι πωλήσεις. Σε ό,τι αφορά τις θέσεις εργασίας, το ίδιο διάστημα καταγράφηκαν περίπου 15.000 απολύσεις.

Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε γιατί η κυβέρνηση επιμένει στην εφαρμογή του μέτρου; Και γιατί ενισχύει το θεσμικό πλαίσιο για την πλήρη απελευθέρωση του ωραρίου στο Εμπόριο, επιτρέποντας τη λειτουργία όλων των καταστημάτων 52 Κυριακές το χρόνο, «πιλοτικά» σε εννιά περιοχές, με στόχο το μέτρο να γενικευθεί από την άνοιξη του 2015;

Η απάντηση είναι απλή: Η κατάργηση της αργίας της Κυριακής είναι μέτρο που συστήνει ο ΟΟΣΑ και ενισχύει τη συγκέντρωση του τζίρου στα μεγάλα εμπορικά καταστήματα. Αντίστροφα, βάζει ακόμα μεγαλύτερα εμπόδια στην επιβίωση των αυτοαπασχολούμενων και μικρών εμπόρων, μεγαλώνοντας τις πιθανότητες σε μια πορεία να βρεθούν εκτός αγοράς.

Η τάση αυτή υπήρχε και πριν τη λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές, ενισχύεται όμως με την εφαρμογή του μέτρου. Για παράδειγμα, με στοιχεία του 2010 από τον κλάδο των καταστημάτων λιανικής πώλησης ειδών Super Market και Cash & Carry, οι 10 μεγαλύτερες αλυσίδες έκαναν συνολικό τζίρο που ξεπερνά τα 10 δισ. ευρώ, όταν ο συνολικός κύκλος εργασιών έφτασε τα 13 δισ. ευρώ.

Οι 5 μεγαλύτερες αλυσίδες («Carrefour», «Lidl», «ΑΒ Βασιλόπουλος», «Σκλαβενίτης» και «Βερόπουλος») είχαν αθροιστικό κύκλο εργασιών που ξεπέρασε τα 7,7 δισ. ευρώ, δηλαδή το 60% της εγχώριας αγοράς.

Αντίστροφη είναι η πορεία των μικρών του εμπορίου, σύμφωνα με στοιχεία της ICAP. Από τα 32.000 μικρομεσαία καταστήματα στον κλάδο της πώλησης τροφίμων, που λειτουργούσαν το 1977, το 2010 είχαν επιβιώσει μόλις τα 11.300, ενώ τα μεγάλα καταστήματα ειδών Super Market από 290 το 1977 έφτασαν τα 4.400, με τα 1.820 περίπου από αυτά (41%) να ανήκουν στις 10 μεγαλύτερες αλυσίδες.
Σ' αυτά τα καταστήματα, βέβαια, οι εργαζόμενοι δεν δουλεύουν με ικανοποιητικούς μισθούς, σταθερό ημερήσιο χρόνο εργασίας, με κατοχυρωμένα ασφαλιστικά και άλλα δικαιώματα. Αντίθετα, ο κλάδος του Εμπορίου θεωρείται θερμοκήπιο για τις ελαστικές σχέσεις απασχόλησης, οργιάζουν τα τετράωρα και η απληρωσιά.

Από αυτή τη σκοπιά, η υπεράσπιση της αργίας της Κυριακής είναι «κρίκος» στη συμμαχία των εμποροϋπαλλήλων με τους φτωχούς αυτοαπασχολούμενους και μικρούς ΕΒΕ, που έχουν κοινό συμφέρον να αντιπαρατεθούν στα σχέδια των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων και των μονοπωλίων του κλάδου.

Αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη της Τρίτης 22 Ιούλη 2014