Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Η πολιτική «απελευθέρωσης» είναι η αιτία

Το νομοσχέδιο για τη λεγόμενη «μικρή ΔΕΗ», που από χτες συζητιέται στη Βουλή, είναι η πιο πρόσφατη από μια σειρά αντιλαϊκές ανατροπές στον τομέα της Ενέργειας, την τελευταία τουλάχιστον 20ετία, στο πλαίσιο της στρατηγικής για την απελευθέρωση της αγοράς Ενέργειας, που προωθείται ενιαία στην ΕΕ.

Η στρατηγική αυτή, ανεξάρτητα από τον τρόπο και τους ρυθμούς που προωθούνταν σε κάθε φάση και σε κάθε κράτος - μέλος, υπηρετούσε πάντα και υπηρετεί τον ίδιο στόχο: Να προσελκύσει συσσωρευμένα κεφάλαια στον τομέα της Ενέργειας, να ανοίξει νέα πεδία κερδοφόρας δράσης για το μεγάλο κεφάλαιο, σε βάρος των εργαζομένων και της ανάγκης του λαού για φτηνή Ενέργεια.


Αυτό το σκοπό υπηρετούσαν οι προηγούμενοι νόμοι (Ν. 1914/90, Ν. 2773/99, ΠΔ 333/2000, Ν. 3426/2005, Ν. 4001/2011, Ν. 4237/2014), με τους οποίους η ΔΕΗ μετοχοποιήθηκε, ιδιωτικοποιήθηκε μερικώς, παρέδωσε κομμάτι της παραγωγής και των κοιτασμάτων λιγνίτη σε ιδιώτες. «Ωρίμανση» αυτής της διαδικασίας είναι η πώληση της «μικρής ΔΕΗ», όπως επίσης η ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ και η ιδιωτικοποίηση ενός επιπλέον 17% της μητρικής ΔΕΗ ΑΕ, που θα ακολουθήσει.

Ο αγώνας των εργαζομένων για να μην προχωρήσει ο νέος γύρος απελευθέρωσης είναι δίκαιος και πρέπει να στηριχθεί απ' όλο το λαό. Πρέπει να αντιμετωπιστεί η προσπάθεια της κυβέρνησης να τρομοκρατήσει τους εργαζόμενους, να κινδυνολογήσει, να επαναφέρει λογικές «κοινωνικού αυτοματισμού», που είχαμε ζήσει σε παλιότερες περιπτώσεις (π.χ. ναυτεργάτες κ.λπ.). Χρειάζεται να εκφραστεί η αλληλεγγύη όλων των εργαζομένων, γιατί το θέμα της απελευθέρωσης της Ενέργειας αφορά όλο το λαό και όχι μόνο τους εργαζόμενους του κλάδου.

Μπορεί, όμως, να υπάρξει ουσιαστική αντιπαράθεση με το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τη «μικρή ΔΕΗ», αν αυτή δεν παίρνει υπόψη και δε στοχοποιεί την απελευθέρωση και τη στρατηγική υπέρ του κεφαλαίου που την επιβάλλει; Η απάντηση είναι «όχι».

Από αυτήν τη σκοπιά, η στάση του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων δυνάμεων, που καταφέρονται μόνο ενάντια στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο και αφήνουν στο απυρόβλητο ή εξωραΐζουν την απελευθέρωση, μόνο τυχαία δεν είναι. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να προχωρήσει η απελευθέρωση της Ενέργειας με άλλους όρους.

Γι' αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζει την παραπέρα ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ σαν «εκτέλεση συμβολαίου προς όφελος των πιστωτών και της εγχώριας διαπλοκής», όπως γράφει η χτεσινή «Αυγή», αποσπώντας συνειδητά τις εξελίξεις από τη στρατηγική της απελευθέρωσης και την ΕΕ.

Γι' αυτό κατηγορεί την κυβέρνηση ότι δεν εξασφαλίζει πραγματικές συνθήκες ανταγωνισμού και ότι «απελευθέρωση της αγοράς σημαίνει πολλές εταιρείες παραγωγής Ενέργειας και όχι ιδιωτικοποίηση της μίας δημόσιας εταιρείας». Δηλαδή, «ναι» στην απελευθέρωση και στην ανταγωνιστικότητα, αλλά με διαφορετικούς όρους από αυτούς που επιβάλλει η κυβέρνηση.

Τα ίδια, όμως, λέει και η συνδικαλιστική πλειοψηφία στη ΓΕΝΟΠ - ΔΕΗ, που τα προηγούμενα χρόνια έβαλε πλάτη για να προχωρήσει η απελευθέρωση. Δεν πάει πολύς καιρός, που το Νοέμβρη του 2010 σημείωνε ότι: «Η λύση του προβλήματος ότι οι ιδιώτες δεν έχουν πρόσβαση στο λιγνίτη και τα υδροηλεκτρικά είναι να δημοπρατηθούν τα κοιτάσματα που δεν έχουν παραχωρηθεί στη ΔΕΗ και οι ιδιώτες να υλοποιήσουν τις άδειες που έχουν εδώ και χρόνια για την κατασκευή υδροηλεκτρικών εργοστασίων»!

Μια τέτοια γραμμή είναι σαφές ότι δεν μπορεί να δώσει ουσιαστική απάντηση στην αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική και προπαγάνδα. Χρειάζεται, λοιπόν, ο αγώνας για την απόσυρση του νομοσχεδίου να συνδυαστεί με την πάλη συνολικά ενάντια στην απελευθέρωση της Ενέργειας, στη στρατηγική του κεφαλαίου και της ΕΕ, αξιοποιώντας όλες τις μορφές πάλης.

Αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας», Ριζοσπάστης, Πέμπτη 3 Ιούλη 2014.