Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Τι κρύβεται πίσω από τα «κόκκινα δάνεια»

Η υπόθεση «κόκκινα δάνεια», δηλαδή τα ληξιπρόθεσμα δάνεια με αδυναμία να αποπληρωθούν, επανήλθε στην επικαιρότητα μέσα στον Ιούνιο με αφορμή τη σχετική εγκύκλιο που δημοσιοποίησε η ΤτΕ προς τις τράπεζες.

Η απόφαση της ΤτΕ τροφοδότησε μια σειρά παρεμβάσεις και δηλώσεις στα ΜΜΕ, τόσο κυβερνητικών στελεχών, όσο και του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων φορέων.

Και αυτό το σχέδιο στοχεύει στην ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος, και προοπτικά στη συγκέντρωση γης και ακινήτων στα χέρια μεγάλων ομίλων για να προχωρήσουν τα επενδυτικά σχέδια.


Τα «μη εξυπηρετούμενα» δάνεια συνέχισαν και φέτος την ανοδική τους πορεία, φτάνοντας στα 77 δισ. ευρώ. Βιάζονται να διευθετήσουν τα «κόκκινα δάνεια» λόγω των τεστ αντοχής της ΕΚΤ, που θα ακολουθήσουν για τους εγχώριους τραπεζικούς ομίλους, ενώ όλοι οι διεθνείς οίκοι προειδοποιούν για τα επισφαλή δάνεια που έχουν εκτοξευθεί.

Κατά συνέπεια, τόσο η κυβέρνηση όσο και τα αστικά επιτελεία έχουν να επωμιστούν ένα δύσκολο καθήκον, που εξελίσσεται σε δυσεπίλυτο πρόβλημα. Γιατί με οποιαδήποτε ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων, η κυβέρνηση αφενός πρέπει να εξυπηρετεί τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, αφετέρου πρέπει να διευθετήσει τον επιμερισμό της «χασούρας» από την αναπόφευκτη απαξίωση κεφαλαίου, που συνεπάγεται η ρύθμισή τους.

Οι τραπεζικοί όμιλοι δεν έχουν καμιά διάθεση να χάσουν μέρος των κεφαλαίων τους (τουλάχιστον επιδιώκουν να έχουν τις ελάχιστες απώλειες), ενώ υπάρχουν σημάδια σταθεροποίησης της κρίσης της καπιταλιστικής οικονομίας, με ενδεχόμενη αναιμική ανάκαμψη. Από την άλλη πλευρά, κάποια τμήματα του κεφαλαίου δεν επιθυμούν να «πληγούν» τα δικά τους κεφάλαια. Κάποια επιδιώκουν να κερδοσκοπήσουν από την πώληση δανείων και την εκμετάλλευση ακίνητης περιουσίας. Τμήματα του κεφαλαίου θεωρούν ότι η διευθέτηση των «κόκκινων» δανείων αποτελεί το «κλειδί» για να αυξηθούν οι επενδύσεις και οι χορηγήσεις από τραπεζικούς ομίλους.

Δεν είναι ακόμα τυχαίο ότι περιμένουν στη γωνία διάφορα distress funds, επενδυτικά ταμεία που αγοράζουν δάνεια. Επίσης, δεν είναι λίγα τα funds που αναζητούν «επενδυτικές ευκαιρίες» στο 10% - 15% της αξίας των δανείων.

Βεβαίως το επίδικο για την κυβέρνηση και τα επιτελεία της ΕΕ, δεν είναι στενά η ισχυροποίηση του τραπεζικού συστήματος. Στοχεύουν στην επιτάχυνση της συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας της γης και των ακινήτων, στην ισχυροποίηση συνολικά της καπιταλιστικής οικονομίας και της αστικής εξουσίας. Ταυτόχρονα θα πρέπει να περιορίσουν ή να χαλιναγωγήσουν οποιεσδήποτε λαϊκές αντιδράσεις προκληθούν από κάποια μη αρεστή απόφαση, που πιθανά θα οδηγήσουν σε τριγμούς το αστικό πολιτικό σύστημα, το οποίο βρίσκεται στη διαδικασία αναμόρφωσης. Επιπλέον προσφέρεται η δυνατότητα στην κυβέρνηση να παίζει το δήθεν καλό διαπραγματευτή απέναντι στις πιέσεις της τρόικας.

Η βασική φιλοσοφία των ρυθμίσεων για τη διευθέτηση των «κόκκινων» δανείων (δεν γίνεται σαφής διαχωρισμός των επιχειρηματικών δανείων από τα στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια) είναι ότι τα χρέη δεν διαγράφονται, αλλά μετατοπίζεται, παγώνει ή επιμηκύνεται, η αποπληρωμή τους με τη λογική ότι στο μέλλον θα δημιουργηθούν ευνοϊκότερες οικονομικές συνθήκες. Η διευθέτησή τους βασίζεται στην υπάρχουσα νομοθεσία, που έτσι κι αλλιώς καθορίζει περιορισμούς, αφήνοντας απ΄ έξω χιλιάδες λαϊκές οικογένειες.

Η προώθηση αυτών των ρυθμίσεων αποτυπώνει αντιφατικές τάσεις σε συνθήκες προβλεπόμενης σταθεροποίησης της καπιταλιστικής οικονομίας. Από τη μια πλευρά δείχνει τις δυνατότητες που διαμορφώνονται για την αστική τάξη, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, να κάνει κάποιες μικρές ευνοϊκές ρυθμίσεις προκειμένου να ενσωματώσει τμήμα λαϊκών στρωμάτων. Από την άλλη όμως, και μόνο η ιδέα ότι «η τράπεζα θα πάρει το σπίτι μου κοψοχρονιά και θα το χάσω», γενικότερα η εξάρτηση από τις τράπεζες που δημιουργούν οι ρυθμίσεις, γεννούν λαϊκές αντιδράσεις.

Η απόφαση της ΤτΕ ανοίγει το δρόμο για την «αρπαγή» και την εκμετάλλευση ακινήτων και της λαϊκής στέγης από τους τραπεζικούς ομίλους, κατά τα πρότυπα του «ιρλανδικού μοντέλου». Έτσι ανοίγει ο δρόμος για την επιτάχυνση της συγκέντρωσης της γης και της κατοικίας σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, που αποτελεί βασικό στόχο του κεφαλαίου, της κυβέρνησης και της ΕΕ. Όμως, και αυτή η προοπτική δημιουργεί αντιθέσεις, αφού τμήματα του κεφαλαίου εκτιμούν ότι δεν πρέπει να γίνει «απότομα», ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν διαφωνίες από άλλα τμήματα του κεφαλαίου για την προοπτική αξιοποίησής τους διεκδικώντας άλλη κατεύθυνση.

Το ΚΚΕ από το 2012 έχει αναδείξει μια σειρά στόχους πάλης για την προστασία των αυτοαπασχολούμενων, των ανέργων, γενικότερα των λαϊκών νοικοκυριών. Σε αυτή τη βάση έχει καταθέσει μια σειρά νομοσχέδια στη Βουλή, που αντιμετώπισαν την κατηγορηματική αντίθεση τόσο των κομμάτων της συγκυβέρνησης, όσο και του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί οι διεκδικήσεις που προβάλλει το ΚΚΕ στοχεύουν στην πραγματική στήριξη για τους εργαζόμενους και τις λαϊκές οικογένειες, ενώ είναι σε πλήρη αντίθεση με το ευρωενωσιακό πλαίσιο, τα συμφέροντα των μονοπωλίων, ειδικά των τραπεζικών ομίλων, ενώ όλα τα άλλα κόμματα δηλώνουν πίστη διαγκωνιζόμενα για το ποιος θα είναι ο καλύτερος διαχειριστής. Και σε αυτό το ζήτημα, «δεν χωρούν δύο πόδια σε ένα παπούτσι».