Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

«Ζεσταίνουν» αντιδραστικές αλλαγές

Για πολλοστή φορά, τον τελευταίο χρόνο, δημοσιεύματα στον αστικό Τύπο επαναφέρουν τα κυβερνητικά σχέδια για προώθηση αντιδραστικών αλλαγών στο συνδικαλιστικό νόμο, με την προσθήκη νέων εμποδίων στη δυνατότητα των συνδικάτων να προκηρύσσουν απεργίες, με παροχή δυνατότητας στις επιχειρήσεις να προχωρούν σε ανταπεργία (λοκ άουτ) όταν απεργούν οι εργαζόμενοι σε αυτές κ.ά.

Το θέμα δεν είναι καινούργιο: Εδώ και πολλούς μήνες, κυβερνητικά στελέχη, εκπρόσωποι εργοδοτικών οργανώσεων, αστικά ΜΜΕ, με δηλώσεις, συνεντεύξεις και καρμπόν «διαρροές», προετοιμάζουν το έδαφος. Δεν τους αρκεί το γεγονός ότι ήδη η συντριπτική πλειοψηφία των απεργιών που πάνε στα δικαστήρια κηρύσσονται παράνομες και καταχρηστικές, θέλουν να χτυπήσουν συνολικά τη συνδικαλιστική δράση.


Η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία: Λίγες μέρες μετά την επιστράτευση ενός ακόμα κλάδου που βρισκόταν σε απεργία (των εργαζομένων της ΔΕΗ, όπως προηγούμενα ναυτεργάτες, Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, εκπαιδευτικοί κ.ά.), την ίδια μέρα, που η κυβέρνηση κατέθεσε αγωγή ενάντια στην αποχή - απεργία διαρκείας της ΑΔΕΔΥ ενάντια στην αξιολόγηση, επιχειρούν και με αυτόν τον τρόπο να εμπεδώσουν προς όλες τις κατευθύνσεις το δόγμα «νόμος και τάξη».

Επιβεβαιώνεται, από τις εξελίξεις, αυτό που σταθερά λέει το ΚΚΕ ότι η προώθηση της αντιλαϊκής πολιτικής, τόσο στη φάση της ύφεσης όσο και στη φάση της ανάκαμψης, θα συνοδεύεται αναπόσπαστα από την καταστολή και τον περιορισμό των συνδικαλιστικών λαϊκών ελευθεριών.
Οι αντιδραστικές αλλαγές που προωθούνται στο συνδικαλιστικό κίνημα παρουσιάζονται ως «θέματα που έχουν πέσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την τρόικα», όταν στην πραγματικότητα είναι μόνιμες απαιτήσεις των ντόπιων καπιταλιστών. Μεθοδεύονται εδώ και χρόνια, ενώ σήμερα επιταχύνεται η εφαρμογή τους.

Είναι χαρακτηριστικές και επικίνδυνες οι επίμονες αναφορές κυβερνητικών στελεχών το τελευταίο διάστημα ότι: «Οι απεργίες πρέπει να γίνονται με συνδικαλιστικά αιτήματα και όχι ενάντια στη γενική στρατηγική της χώρας». Επιβεβαιώνεται ότι αυτό που πραγματικά μπαίνει στο στόχαστρο είναι η πάλη ενάντια στην ίδια τη στρατηγική των μονοπωλίων, είναι το δικαίωμα του λαού να εμποδίζει αντιλαϊκούς νόμους, αποφάσεις της εργοδοσίας, να αμφισβητεί στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου. Τους ανησυχεί μήπως οι αγώνες αποκτήσουν αντικαπιταλιστικό, αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό.
Οπως φάνηκε και στην περίπτωση της απεργίας στη ΔΕΗ, απάντηση στην ένταση της αντιλαϊκής επίθεσης και της καταστολής δεν μπορούν να δώσουν πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις που δεν αντιτίθεται όχι μόνο στη γενική στρατηγική των μονοπωλίων αλλά ακόμα και στη στρατηγική τους στο συγκεκριμένο κλάδο, δηλαδή την «απελευθέρωση» της Ενέργειας.

Δυνάμεις του εργοδοτικού και του κυβερνητικού συνδικαλισμού -με πρώτα βιολιά τους εργατοπατέρες του ΠΑΣΟΚ, που τώρα τάχα είναι αντίθετοι στις αντιδραστικές αλλαγές στο συνδικαλιστικό νόμο- για χρόνια ανταμείβονταν με προκλητικά κρατικά και εταιρικά προνόμια και «μπαξίσια» για τις υπηρεσίες τους στην ενσωμάτωση και τη χειραγώγηση πλατιών εργατικών στρωμάτων, έδωσαν το πάτημα για να συκοφαντείται σήμερα συνολικά το εργατικό κίνημα και οι κατακτήσεις του. Με αυτές τις δυνάμεις συμπορεύεται στο κίνημα ο ΣΥΡΙΖΑ, «ξεπλένει» τις αμαρτίες τους, συγκροτεί μαζί τους «μέτωπα» για κυβερνητική εναλλαγή εντός καπιταλιστικού ευρωμονόδρομου.

Το αυτονόητο δικαίωμα στην οργάνωση της πάλης και τη διεκδίκηση, τα συνδικαλιστικά δικαιώματα και ελευθερίες, αποτελούν την ασπίδα των εργαζομένων ενάντια στην αντιλαϊκή λαίλαπα διαρκείας της κυβέρνησης και της ΕΕ και δεν τίθενται σε «διαπραγμάτευση». Τα δικαιώματα αυτά μπορεί να τα υπερασπιστεί αποτελεσματικά μόνο ένα ισχυρό εργατικό - λαϊκό κίνημα, μέσα από την ανασύνταξή του σε ταξική κατεύθυνση, με γραμμή πάλης ενάντια στην ίδια τη ρίζα της επίθεσης, ενάντια στα μονοπώλια και την εξουσία τους.

Το άρθρο είναι αναδημοσίευση από τη στήλη «Η Αποψή μας» του Ριζοσπάστη, Τετάρτη 9 Ιούλη 2014.