Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ 95 ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ Συμβολή στο κλίμα αγωνιστικής ανάτασης και το καλλιτεχνικό πρόγραμμα

Σεμνή υπογραφή του λαού μας
Ρεπορτάζ από το καλλιτεχνικό πρόγραμμα της εκδήλωσης της Κυριακής στο ΣΕΦ

Τρία κόκκινα γράμματα να σημαδεύουν ανεξίτηλα τη ζωή, την ποίηση, την ύπαρξή μας. Δύσκολα χρόνια, μεγάλες αγωνίες «αλλά τίποτα δε θα με κρατήσει κάτω». Στρατιές εργατών, ανέργων, νέων συνταξιούχων με το χαμόγελο, πλημμυρίζουν το ΣΕΦ. Γιορτάζουν τα «95χρονα του Κόμματός μας». Αμέσως μετά την ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος ακολουθεί μεγάλη συναυλία με τους: Μαρία Φαραντούρη, Βασίλη Λέκκα, Μανώλη Μητσιά. Εργα του Μίκη Θεοδωράκη και μεγάλων ποιητών -Λόρκα, Ρίτσος, Ελύτης, Καμπανέλλης, Σικελιανός, Ρώτας, Σεφέρης, Θεοδωράκης, Γκανάς. Εκεί στην υπεροχή του ποιητικού λόγου βρίσκει απάγκιο η ψυχή μας. Ποιήματα που αναζητούν τη γνήσια όψη της ζωής. Ενεργοποιούν την εγρήγορση της συνείδησης. Τραγούδια - σύμβολα αντίστασης, με τα περισσότερα να κρύβουν ιστορία αίματος, αθώου αίματος. Να μαρτυρούν ιστορία ελευθερίας κι ομορφιάς. Να πηγαίνουν έναν πήχη παραπέρα τον ορίζοντά μας.
 
«Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά τα ωραία θα ν' δικά μας»
«Χρόνια πολλά στο ΚΚΕ» εύχεται ο Μανώλης Μητσιάς στην έναρξη της συναυλίας και ερμηνεύει τον ποιητή του λαού Γιάννη Ρίτσο σ' ένα από τα ιερά κειμήλια της νεοελληνικής ποίησης άρρηκτα δεμένο με τις σελίδες του «Ριζοσπάστη». Εργο γεννημένο από το ρεπορτάζ από τη ματοβαμμένη Πρωτομαγιά του Μάη του 1936 στην Θεσσαλονίκη, με τίτλο «Η χτεσινή άγρια σφαγή του λαού της Θεσσαλονίκης». Με τη φωτογραφία της χαροκαμένης μάνας του Τάσου Τούση που ψάχνει μέσα στο χαλασμό τις εργάτριες κόρες της και σωριάζεται, σπαράζει και θρηνεί όταν ξάφνου μπροστά της βλέπει τον σκοτωμένο γιο της. Ο Γιάννης Ρίτσος διαβάζοντας τον «Ριζοσπάστη» συγκλονίζεται, κλείνεται στη σοφίτα του, παρά τις συνεχείς αιμοπτύσεις μένει άυπνος δυο μερόνυχτα, γράφει τον «Επιτάφιο».


Επόμενος σταθμός της συναυλίας: Ο αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού, κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης και «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού», σύγχρονη, λαϊκή, μουσική τραγωδία του Μίκη Θεοδωράκη,«για το μέτωπο σαν έφυγα, μανούλα εσύ δεν ήρθες να με δεις, Ξενοδούλευες και πήρα μόνος μου το τρένο που με πήγε πέρ' απ' τη ζωή».

Και το λιμάνι είναι μικρό
«Ο Γιαννάκης τυραννούσε τα λευκά φύλλα με ορνιθοσκαλίσματα και μετά τα πετούσε στην τύχη. Στο κρεβάτι, στο πάτωμα, στις αποθήκες, στην τουαλέτα, στον κήπο. Αρχισα να τα μαζεύω. Διαβάζοντάς τα, ξετυλίχτηκε στο νου μου ο μαγικός κόσμος της ποίησης. Είχε μια διαβολική ευχέρεια να συμπυκνώνει τις ιδέες και τις οπτασίες του μέσα σε μια φράση, σε μια εικόνα. Αρχισα να ταξινομώ κρυφά τα χειρόγραφα. Από τα ποιήματα που διάβαζα την εποχή εκείνη μελοποίησα πρώτο το "Χάθηκα"». Ετσι περιγράφει τη συνάντησή του με την «ποίηση» του Γιάννη Θεοδωράκη ο αδελφός του Μίκης. Κομμάτια από τους «Λιποτάκτες» ερμηνευμένα απ' τον Βασίλη Λέκκα, και την καρδιά όλων να τριγυρνά «Μέσα στους δρόμους που μ' έδεσαν για πάντα Μαζί με τα σοκάκια, μαζί με τα λιμάνια...»
«Ευχαριστούμε για την τιμή που μας κάνετε. Μη μετράτε αριθμούς, είτε είναι 50, είτε 95, είτε 105, εκείνο που μετράει είναι η ουσία. Ευχαριστούμε πολύ», λέει ο Β. Λέκκας κι ερμηνεύει κομμάτια από το «Ασίκικο πουλάκη» του Μιχάλη Γκανά.

Στο λατομείο των θρήνων
Ο Β. Κολοβός απαγγέλλει τα «Τρία γράμματα» του Γ. Ρίτσου
Σκηνές από τις τελευταίες μέρες της πτώσης του Γ' Ράιχ. Η κτηνωδία του ναζισμού. Αδιανόητα εγκλήματα, εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί. Μνήμες αθώων, αμάχων και αιχμαλώτων πολέμου που κάηκαν στα κρεματόρια, πέθαναν σε ομαδικές εκτελέσεις, στα ηλεκτροφόρα σύρματα, θάφτηκαν ζωντανοί σε ομαδικούς τάφους, στο «λατομείο των θρήνων». Ανατριχιαστικές λεπτομέρειες από την εφαρμοσμένη κτηνωδία του ναζισμού, που ξεπερνά την ανθρώπινη φαντασία. Ο εξευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης. Ανυπεράσπιστοι έρωτες... Και, τέλος, η απελευθέρωση, το όραμα και η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο «Χαρά του κόσμου, έλα στην πύλη να φιληθούμε μες στο δρόμο, ν' αγκαλιαστούμε στην πλατεία...».Ο κύκλος τραγουδιών από το «Μαουτχάουζεν» του Ιάκωβου Καμπανέλλη επί σκηνής, να ανοίγει με το «Ασμα Ασμάτων» («Τι ωραία που είναι η αγάπη μου»). «οι ωραιότεροι στίχοι που έχουν γραφτεί παγκόσμια για το δράμα του ολοκαυτώματος» (Κυριακάτικοι «Τάιμς του Λονδίνου»). «Eίναι τιμή μου σήμερα που είμαι στη γιορτή του ΚΚΕ για τα 95 χρόνια. Το ΚΚΕ έχει μια συνεχή ιστορία στους αγώνες των εργαζομένων. Εύχομαι να δυναμώσει ακόμη περισσότερο γιατί η κοινωνία και η Ελλάδα το 'χει ανάγκη και οι στόχοι του ΚΚΕ να γίνουν πράξη», λέει η Μαρία Φαραντούρη και στη συνέχεια...
Η Μαρία Φαραντούρη και πίσω της η καταπληκτική χορωδία του δήμου Αθηναίων υπό την διεύθυνση του Στ. Μπερή
...όλο το στάδιο τραγουδά για τον «Αντονίτο Ελ Καμπορίο, φεγγαρομελαμψέ μου κι ασπρογαρούφαλέ μου», ψιθυρίζει «στην άκρη εκεί του ποταμού τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του». Χιλιάδες άνθρωποι δεμένοι μ' έναν παράξενο, μαγευτικό τρόπο μ' εκείνον τον γιο της γης της Ανδαλουσίας, τον μεγάλο Ισπανό ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, σε μια από τις πολλές συναντήσεις του με την ελληνική μουσική. Το «Romancero Gitano» («Τσιγγάνικες Παραλογές») - σε απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη.

Σπρώξτε με στήθος και με γόνα
Το συγκλονιστικό «Ομπρός παιδιά βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο», από το «Πνευματικό Εμβατήριο» του Αγγελου Σικελιανού δίνει το σύνθημα γιατί «δε βολεί μοναχός του ν' ανέβει ο ήλιος, σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τόνε βγάλουμε απ' τη λάσπη, σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τόνε βγάλουμε απ' το γαίμα. Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του! Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του ομπρός, ομπρός κ' η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!» Η Μ. Φαραντούρη μετά τον κύκλο τραγουδιών «Ενας όμηρος» του Brendan Behan σε απόδοση του Βασίλη Ρώτα δίνει τη σκυτάλη στις φωνές του Λέκκα και του Μητσιά που συναντιούνται στο «δρόμο» της αγωνίας και των αγώνων του λαού αυτού του τόπου. Στο «Αξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, όπου όπως έλεγε ο ίδιος «σε μια εποχή θριάμβου των ποσοτικών εκτιμήσεων, βλέπω την ποίηση σαν τη μόνη ενδεδειγμένη να διαφυλάξει το ιερό και απαραβίαστο της ανθρώπινης προσωπικότητας».

«ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΕΝΩΘΕΙΤΕ»
Η συμφωνική ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων υπό την διεύθυνση του Ε. Καλκάνης
ΤΣΙΤΟΥΡΙΔΗΣ
«Τρία γράμματα/ χαραγμένα στους τοίχους των φυλακών/ μέσα στις νύχτες της παρανομίας /χαραγμένα στις μάντρες των εργοστασίων/ σταθερά δυνατά πάνω από το θάνατο/ εκεί που τρέμει η ρίζα της ανθρώπινης ανάσας/ εκεί που ρέει στους δρόμους σαν ποτάμι ο ουρανός/ πρωί με τα πουλιά, με τις σημαίες, με τα φύλλα/ πρωί με την τίμια κραυγή..../τρία κόκκινα γράμματα.../ δικό μας αίμα/ τρία κόκκινα γράμματα/ σεμνή υπογραφή του λαού μας/ στις λεωφόρους του μέλλοντος (...) ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΕΝΩΘΕΙΤΕ». Ο ποιητής της Ρωμιοσύνης πάντα εδώ. Σε απαγγελία του Βασίλη Κολοβού. Το στάδιο δονείται για τα επόμενα λεπτά: «9 δεκαετίες αγώνα και θυσία το ΚΚΕ στην πρωτοπορία». «Ούτε σε ξερονήσια, ούτε σε φυλακές, ποτέ τους δεν λυγίσανε οι κομμουνιστές».

Οι μουσικοί
Η μουσική εκτέλεση της βραδιάς έγινε στο πρώτο μέρος από το συγκρότημα «ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ» και τους μουσικούς: Μανώλη Ανδρουλιδάκη κιθάρα - μπαγλαμά, Τάσο Ζάντζα κιθάρα, Γιάννη Καραμπότη μπάσο, Μάριο Καραμπότη πιάνο, Λευτέρη Λαζάρου μπουζούκι, Τεό Λαζάρου μπάσο, Αντώνη Νάτσιο κιθάρα, Φίλιππο Παχνιστή πιάνο, Γιάννη Τόλιο μπουζούκι, Γιώργο Χαραλαμπή μπουζούκι, Βασίλη Χατζάκη τύμπανα.


ΚΟΥΚΟΣ
Στο δεύτερο μέρος, από τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου της Αθήνας υπό τη διεύθυνση του Λευτέρη Καλκάνη και τη Χορωδία του Δήμου της Αθήνας υπό τη διεύθυνση του Σταύρου Μπερή. Την καλλιτεχνική επιμέλεια είχε ο Μανώλης Ανδρουλιδάκης.

Δεν τελείωσε στο ΣΕΦ
Κι όμως η συναυλία δεν τελείωσε εκεί. Συνεχίστηκε στο δρόμο της επιστροφής, στο δρόμο προς τον ηλεκτρικό σταθμό του Φαλήρου. Εκεί στην υπόγεια στοά. Οταν ένας σύντροφος σφυρίζει τον πρώτο στίχο του ύμνου του ΕΛΑΣ: «Με το τουφέκι μου στον ώμο σε πόλεις, κάμπους και χωριά» για να ακολουθήσει η πιο αυθεντική, αυτοσχέδια «συναυλία». Να αποθεώνει με τη δικιά της φωνή όλα όσα αγαπάει, για όλα όσα ματώνει.

Ο Δημήτρης Κουτσούμπας με την Μαρία Φαραντούρη και τον Μανώλη Μητσιά σ' ένα διάλειμμα της εκδήλωσης
ΚΟΥΚΟΣ

Ο Μανώλης Μητσιάς
Eurokinissi

Ο Βασίλης Λέκκας