Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Δημοψήφισμα στη Σκοτία: Πίσω απ' τις διακηρύξεις για ανεξαρτησία

Του Μάκη Παπαδόπουλου*
Για τις αστικές κυβερνήσεις στο Λονδίνο και την Ουάσιγκτον, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη Σκοτία ήταν μια προσωρινή ανακούφιση. Τις τελευταίες ημέρες πριν την κάλπη, οι δημοσκοπήσεις άφηναν ανοικτό το ενδεχόμενο της αλλαγής του υπάρχοντος συσχετισμού υπέρ της παραμονής της Σκοτίας στη Μεγάλη Βρετανία. 

Τελικά, οι Σκοτσέζοι απάντησαν με ποσοστό 55% ΟΧΙ στην ανεξαρτησία απ' τη Μεγάλη Βρετανία. Τα περισσότερα ισχυρά αστικά μέσα είχαν επισημάνει την πιθανότητα της γεωπολιτικής αναταραχής από την αλλαγή στο συσχετισμό δύναμης εντός και εκτός ΕΕ, στην περίπτωση που το αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό. Όμως και μόνο η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος ενισχύει τις φιλοδοξίες των αυτονομιστικών κινημάτων μέσα στην Ευρώπη και μπερδεύει ακόμα περισσότερο το κουβάρι των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.


Συνωστισμός φίλων της Μεγάλης Βρετανίας
Η διεθνής υποστήριξη του ΟΧΙ στην απόσχιση της Σκοτίας ήταν εντυπωσιακή, παρότι αναμενόμενη. Στο πλευρό των Βρετανών ηγετών των Συντηρητικών και των Εργατικών βρέθηκαν με δημόσιες δηλώσεις τους ο Αμερικανός πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα, ο τέως πρόεδρος Μπιλ Κλίντον, ο απερχόμενος πρόεδρος της Κομισιόν Μπαρόζο, ο Ισπανός πρωθυπουργός Ραχόι, ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Ενρίκο Λέτα καθώς και κορυφαίοι αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Χαλαρή υποστήριξη εξέφρασαν ο Κινέζος πρωθυπουργός Λι Κεκιάνγκ και ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Σταϊνμάγιερ. Στην εσωτερική υποστήριξη του ΟΧΙ πρωταγωνιστικό ρόλο στη Σκοτία έπαιξαν οι διοικήσεις των βασικών ομίλων του εγχώριου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (Royal Bankof Scotland, Lloyds κλπ.) που ανακοίνωσαν ότι αν επικρατήσει το ΝΑΙ, θα μετέφεραν την έδρα τους απ' το Εδιμβούργο στο Λονδίνο.

Η επιχειρηματολογία του ΟΧΙ είχε στοιχεία μαστιγίου και καρότου. Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Βρετανίας, Μαρκ Κάρνεϊ, τόνισε ότι μια απόφαση που θα υπονόμευε την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, την κοινή τραπεζική εποπτεία και το υπάρχον πλαίσιο δημοσιονομικής συμφωνίας θα οδηγούσε σε αποβολή της Σκοτίας από τη νομισματικά ενωμένη σήμερα Μεγάλη Βρετανία, δηλαδή ότι η Σκοτία θα έπρεπε να αναζητήσει δικό της εθνικό νόμισμα. Αυτή η θέση συνοδεύθηκε από πλήθος αναλύσεων σχετικά με τον κίνδυνο φυγής κεφαλαίων και την αναμενόμενη υποτίμηση του νέου εθνικού σκοτσέζικου νομίσματος. Παράλληλα, ο Μπαρόζο προειδοποίησε ότι μια ανεξάρτητη Σκοτία θα πρέπει να ξανακάνει αίτηση ένταξης στην ΕΕ, όπου απαιτείται ομόφωνη απόφαση των κρατών - μελών και ενώ έχει ήδη αναγγελθεί από τον Ραχόι η αρνητική ψήφος της Ισπανίας.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Βρετανός πρωθυπουργός Κάμερον απείλησε ότι ψήφος υπέρ του ΝΑΙ σημαίνει ότι «δεν θα υπάρχουν πλέον συντάξεις, διαβατήρια και λίρα του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι δεν θα υπάρχουν οι σημερινές πηγές χρηματοδότησης του Εθνικού Συστήματος Υγείας για τη Σκοτία».

Υπήρξε βέβαια και το σχετικό καρότο της αύξησης των αρμοδιοτήτων της Βουλής της Σκοτίας και των σχετικών πακέτων χρηματοδότησης. Η Σκοτία απέκτησε μεγαλύτερη αυτονομία μετά το 1998, ενώ το 2011 οι εθνικιστές απέκτησαν πλειοψηφία στο κοινοβούλιό της. Η Βουλή της Σκοτίας ελέγχει ήδη τα τοπικά σχολεία και πανεπιστήμια, το σύστημα Υγείας, την αστυνομία, την πυροσβεστική και διαχειρίζεται κρατικά κονδύλια 38,5 δισ. Οι νέες προτάσεις των βρετανικών κομμάτων περιλαμβάνουν ενισχυμένα δικαιώματα που αφορούν τη φορολογική και την επιδοματική πολιτική.

Η διεθνής παρέμβαση, οι απειλές και οι προσφορές για τη νίκη του ΟΧΙ ανέδειξαν το μέγεθος της ανησυχίας στο ατλαντικό στρατόπεδο. Οι λόγοι ήταν πολλαπλοί και δεν περιορίζονται μόνο στον κίνδυνο εξασθένησης της ισχύος της Μεγάλης Βρετανίας, που σήμερα είναι μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και της ομάδας των G-7. Μια αποχώρηση της Σκοτίας θα άλλαζε τους συσχετισμούς υπέρ του εθνικιστικού ευρωσκεπτικιστικού ρεύματος στην υπόλοιπη Βρετανία, το οποίο εκφράζεται μέσα στους Συντηρητικούς, αλλά και με το κόμμα της Ανεξαρτησίας του Φάρατζ. Θα αύξανε δηλαδή την πίεση, αλλά και την πιθανότητα αποχώρησης της Βρετανίας απ' την ΕΕ.

Ταυτόχρονα, θα πυροδοτούσε αποφασιστικά τη δυναμική απόσχισης που υπάρχει σε αρκετά σημερινά κράτη - μέλη της ΕΕ, όπως οι κινήσεις υπέρ της ανεξαρτησίας της Καταλονίας στην Ισπανία, της Λέγκας του Βορρά στην Ιταλία, των Φλαμανδών εθνικιστών στο Βέλγιο. Όποιος θεωρεί εξαιρετικά απίθανα αυτά τα ενδεχόμενα, καλά θα κάνει να θυμηθεί την ιστορία διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και της Τσεχοσλοβακίας.

Το απατηλό δίπολο κοσμοπολιτισμού - εθνικισμού
Με βάση τα προαναφερόμενα δεδομένα, πώς μπορεί να εξηγήσει κανείς τη μεγάλη δύναμη που κατέγραψε το μπλοκ του ΝΑΙ; Η ηγεσία του, με επικεφαλής τον πρώτο υπουργό της Σκοτίας Άλεξ Σάλμοντ, προέβαλε ορισμένες αντικειμενικές παραμέτρους για να ενσωματώσει τη σημερινή λαϊκή δυσαρέσκεια, σε μια κάλπικη πρόταση που υπόσχεται ανάπτυξη για όλους, χωρίς σύγκρουση με την άρχουσα τάξη, τα μονοπώλια, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Η απόκρουση των απειλών της βρετανικής κυβέρνησης και οι υποσχέσεις διασφάλισης της λαϊκής ευημερίας στηρίχθηκαν στα ακόλουθα δεδομένα:

α) Στην ύπαρξη δύο απ' τους εννιά μεγάλους πυρηνικούς αντιδραστήρες της Βρετανίας στο έδαφος της Σκοτίας που μπορούν να καλύψουν τις σημερινές ανάγκες για ηλεκτρική ενέργεια.

β) Στην ύπαρξη σημαντικών αποθεμάτων πετρελαίου που θα βρίσκονται εντός της ΑΟΖ της Σκοτίας στη Βόρεια Θάλασσα. Οι Άγγλοι υποβαθμίζουν το μέγεθος των αποθεμάτων σε 10 δισ. βαρέλια, ενώ η ηγεσία του ΝΑΙ θεωρεί πως με τις νέες τεχνικές γεώτρησης θα ξεπερασθούν τα 24 δισ. βαρέλια. Στις εταιρείες εξόρυξης δεσπόζουν οι Άγγλοι, όμως η κινέζικη CNOOC (που εξαγόρασε την καναδική Nexen) ελέγχει το 43% του κοιτάσματος «Buzzard».

γ) Στις σημαντικές εξαγωγές στον τομέα των τροφίμων - ποτών, ιδιαίτερα στο ουίσκι και στο σολομό, όπου όμως το 80% των μεγαλομετόχων των ομίλων δεν είναι πολίτες της Σκοτίας. Αντίστοιχα, πάνω απ' το 83% των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων (με προσωπικό άνω των 250 εργαζομένων) δεν ανήκουν σε Σκοτσέζους.

δ) Στο ζήτημα της αναδιανομής της γης, αφού πάνω απ' το 40% της γης βρίσκεται στην ουσία στα χέρια 500 οικογενειών, κυρίως αγγλικής καταγωγής, απ' το 18ο αιώνα, μετά τη νίκη των Άγγλων ενάντια στην Εξέγερση των Ιακωβιτών (1745).

Φυσικά, αυτή η επιχειρηματολογία επενδύθηκε και με ιστορικά στοιχεία, με αναφορές που φτάνουν στον Γουίλιαμ Γουάλας, ο οποίος οδήγησε στην εξέγερση κατά του Βασιλιά Εδουάρδου Α' της Αγγλίας, στα τέλη του 13ου αιώνα.

Αξιοσημείωτη είναι και η αναφορά βρετανικών εφημερίδων για προσεκτική υποστήριξη του ΝΑΙ από γερμανικούς κύκλους (π.χ. επαναφορά στο θρόνο του απογόνου του Stewart, σημερινού Δούκα της Βαυαρίας).

Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική ηγεσία της καμπάνιας υπέρ του ΝΑΙ δεν πρόβαλε καμιά ριζοσπαστική γραμμή σύγκρουσης με την άρχουσα τάξη της Βρετανίας. Διαβεβαίωνε μάλιστα το λαό ότι η πρότασή της ούτε επιδίωκε, ούτε θα οδηγούσε σε αποχώρηση απ' το ΝΑΤΟ, απ' την ΕΕ και απ' τη νομισματική ένωση της Μεγάλης Βρετανίας. Στην ουσία, οι αλλαγές που πρότεινε αφορούσαν τη φορολογική πολιτική και τη διαχείριση των κρατικών πόρων. Πρότεινε δηλαδή ανώδυνες αλλαγές που δεν μεταβάλλουν τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της αστικής διαχείρισης, ούτε μπορούν να εξαλείψουν τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής παραγωγής που γεννούν την ανεργία, την απόλυτη και σχετική εξαθλίωση της εργατικής τάξης και την περιοδική εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης. Ακόμα και αν επικρατούσε το ΝΑΙ, δεν θα σταματούσαν οι θυσίες του λαού στο βωμό της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων, όπου συχνά συνυπάρχουν Άγγλοι και Σκοτσέζοι μεγαλομέτοχοι.

Με τη σημαία της αστικής ή της εργατικής τάξης;
Οι εξελίξεις, με αφορμή το δημοψήφισμα στη Σκοτία, επιβεβαιώνουν και υπογραμμίζουν ορισμένα γενικότερα συμπεράσματα.

Υπενθυμίζουν φυσικά ότι κάθε ιμπεριαλιστικό κέντρο αξιοποιεί τον κοσμοπολιτισμό για να εδραιώνει την επιρροή του και να θωρακίζει τις συμμαχίες του. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν και την αξιοποίηση του εθνικισμού σε κάθε χώρα ως μοχλού για την αλλαγή των συνόρων, τη δημιουργία μικρών κρατών, την ανατροπή κυβερνήσεων, την αλλαγή συσχετισμών μεταξύ των ανταγωνιζόμενων ιμπεριαλιστικών συμμαχιών.

Σήμερα που οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για τον έλεγχο των αγορών και εδαφών, έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοηθεί ότι η ανισόμετρη ανάπτυξη, οι ανισότιμες σχέσεις μεταξύ κρατών, αλλά και μεταξύ εθνών, είναι σύμφυτες με το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Αυτό δεν δικαιολογεί φυσικά καμιά υποτίμηση του δικαιώματος ενός καταπιεζόμενου έθνους για αυτοδιάθεση. Σημαίνει όμως ότι όταν τίθεται κάποιο εθνικό αίτημα για αυτοδιάθεση, πρέπει να είναι αναπόσπαστα δεμένο με την πάλη για ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Μόνο κάτω απ' αυτή τη σημαία της πάλης για την εργατική εξουσία μπορεί να λυθεί ουσιαστικά κάθε εθνικό ζήτημα προς όφελος του λαού.

Γι' αυτό, το εργατικό κίνημα, οι λαοί πρέπει να σημαδέψουν συντονισμένα, ενιαία, τον πραγματικό αντίπαλο, την εξουσία των μονοπωλίων, τόσο στην Αγγλία όσο και στη Σκοτία και να θέσουν το ζήτημα της αποδέσμευσης από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Κανένας συμβιβασμός για τα εθνικά αιτήματα στο πλαίσιο της δικτατορίας της αστικής τάξης δεν αποτελεί τελικά πραγματικά φιλολαϊκή λύση. 

Φυσικά, αυτό το συμπέρασμα δεν αφορά μόνο το μέλλον της Μεγάλης Βρετανίας. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει σήμερα ένα ντόμινο σχετικών εξελίξεων με επόμενο σταθμό το αίτημα διεξαγωγής δημοψηφίσματος το Νοέμβρη στην Καταλονία, στο οποίο αντιδρά η αστική κυβέρνηση της Ισπανίας. Αφορά επομένως τον προσανατολισμό κάθε λαϊκού κινήματος στη σημερινή συγκυρία.

Μάκης Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος της Ιδεολογικής Επιτροπής και του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ

Το άρθρο είναι αναδημοσίευση από τον «Κυριακάτικο Ριζοσπάστη», 21 Σεπτέμβρη 2014.