Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Η ουσία των περικοπών στην Πρόληψη

Οι «κατευθυντήριες οδηγίες», που δημοσιοποίησε το υπουργείο Υγείας για ορισμένες προληπτικές εξετάσεις ασφαλισμένων του ΕΟΠΥΥ, αυστηροποιούν τους όρους και τις προϋποθέσεις με τις οποίες γίνονταν έως τώρα. Ανάλογα εμπόδια σε προληπτικές εξετάσεις έβαζε και ο ισχύων κανονισμός του ΕΟΠΥΥ.

Στην πραγματικότητα, οι «κατευθυντήριες οδηγίες» ρίχνουν «απαγορευτικό» στους γιατρούς να «γράφουν» συγκεκριμένες εξετάσεις σε ασθενείς που δεν εμπίπτουν σε ηλικιακές ή άλλες κατηγορίες, σύμφωνα με όσα επικαλείται η υπουργική απόφαση, επειδή τάχα έτσι ορίζεται από ιατρικές μελέτες και «πρωτόκολλα».


Για παράδειγμα, «συστήνεται» στους γιατρούς να μη γράφουν το τεστ Παπανικολάου για τη διάγνωση του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας σε κορίτσια κάτω των 21 ετών. Σαν αποτέλεσμα, ακόμα κι αν ένας γιατρός κρίνει απαραίτητη μια τέτοια εξέταση, στο εξής θα το σκέφτεται διπλά και τριπλά για να τη γράψει. Αν τελικά δεν το κάνει, φοβούμενος ότι θα στοχοποιηθεί για εξαντλητικούς ελέγχους από τον ΕΟΠΥΥ, ο ασθενής θα αναγκάζεται να την πληρώσει εξ ολοκλήρου από την τσέπη του στον ιδιωτικό τομέα.

Η χειροτέρευση της Πρόληψης θα έχει συνέπειες τόσο στην υγεία της εργατικής - λαϊκής οικογένειας, όσο και στο εισόδημά της, με δεδομένο ότι αυξάνονται οι εξετάσεις που θα πρέπει να πληρώνει από τον πενιχρό προϋπολογισμό της.

Η τάση, που διαγράφεται και ενισχύεται με τις «κατευθυντήριες οδηγίες», είναι να υποχωρεί ακόμα περισσότερο το κριτήριο της πρόληψης και να ενισχύεται το κριτήριο του στατιστικά υψηλότερου κινδύνου. Οπως στη διαμόρφωση του κανονισμού του ΕΟΠΥΥ, έτσι και στην περίπτωση των «κατευθυντήριων οδηγιών», αντανακλάται η πολιτική παροχών στη βάση του «κόστους - οφέλους».
Δηλαδή, το κόστος για την οργάνωση και πραγματοποίηση προληπτικού ελέγχου σε μια ηλικιακή ομάδα είναι μεγάλο σε σχέση με τον αριθμό των ανθρώπων που αναμένεται στο μέλλον να διαγνωσθεί το πρόβλημα. Μόνο που, σε περιπτώσεις όπως ο καρκίνος, η μη έγκαιρη διάγνωση οδηγεί πολλές φορές στο θάνατο.

Ως προς αυτό, ο υπουργός Υγείας ήταν αποκαλυπτικός, προσπαθώντας να υπερασπιστεί το μέτρο. Είπε, μεταξύ άλλων, ότι «δεν μπορεί ο καθένας όποτε θέλει να πηγαίνει δωρεάν να κάνει μια εξέταση, η οποία δε γίνεται στα πλαίσια της αντιμετώπισης μιας νόσου, γίνεται προληπτικά» και ότι «δεν τιμωρούμε τον ασθενή, γιατί ο περιορισμός αφορά όταν δεν έχει διαγνωστεί κάτι».

Ωστόσο, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος, το μέτρο παίρνεται επειδή καταγράφεται «γιγάντωση φαινομένων προκλητικής ζήτησης διαγνωστικών εξετάσεων με αντίστοιχη αύξηση της δαπάνης Υγείας». Δηλαδή, ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής της κυβέρνησης είναι να μειώσει τις δαπάνες για την Υγεία και αυτή να μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε ατομική υπόθεση του καθενός.

Για να ντύσει με επιστημονικό μανδύα τους νέους περιορισμούς, ο υπουργός Υγείας είπε ακόμα: «Πρόληψη μεν ναι, αλλά σύμφωνα με τα επιστημονικώς παραδεδεγμένα». Δε χωράει αμφιβολία ότι οι μελέτες και η διεθνής πρακτική έχουν τη σημασία τους. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι σ' αυτές υπάρχει η επίδραση των αρχών που διέπουν την ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος.
Δηλαδή, η ταξικότητα του συστήματος δεν αφήνει απ' έξω την επιστήμη. Επιδρά, διαμορφώνει σκέψη και πρακτική στην εφαρμογή της. Λύση στο ζήτημα της υγείας του λαού δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο με κατάργηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, με αποκλειστικά δημόσιο - δωρεάν σύστημα Υγείας για όλους.

 Αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη της Πέμπτης 11 Σεπτέμβρη 2014.